Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hurtful
01
πληκτικός, επιζήμιος
causing pain or distress to someone's feelings, often through unkind words or actions
Παραδείγματα
His hurtful comments left her feeling deeply wounded and upset.
Τα πληγωτικά σχόλιά του την άφησαν να αισθάνεται βαθιά πληγωμένη και αναστατωμένη.
02
βλαβερός, επιβλαβής
causing damage or harm, especially by weakening or injuring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hurtful
συγκριτικός βαθμός
more hurtful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effect, harm, damage
Παραδείγματα
The hurtful chemicals contaminated the soil.
Οι βλαβερές χημικές ουσίες μόλυναν το έδαφος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hurtful
hurt



























