husband
hus
ˈhʌz
haz
band
bənd
bēnd

Ορισμός και σημασία του "husband"στα αγγλικά

01

σύζυγος, άντρας

the man you are officially married to 
husband definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
husbands
Παραδείγματα
As a loving husband, he surprises his wife with romantic gestures on special occasions. 

Ως ένας αγαπημένος σύζυγος, εκπλήσσει τη γυναίκα του με ρομαντικές χειρονομίες σε ειδικές περιστάσεις.

to husband
01

χρησιμοποιώ με φειδώ, οικονομώ

use cautiously and frugally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husband
γ΄ ενικό πρόσωπο
husbands
ενεστώτα μετοχή
husbanding
απλός αόριστος
husbanded
παθητική μετοχή
husbanded

Λεξικό Δέντρο

husbandry
husband
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store