Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Husband
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
husbands
αρσενικό ενικό
husband
θηλυκό ενικό
wife
neutral form
spouse
Παραδείγματα
As a loving husband, he surprises his wife with romantic gestures on special occasions.
Ως ένας αγαπημένος σύζυγος, εκπλήσσει τη γυναίκα του με ρομαντικές χειρονομίες σε ειδικές περιστάσεις.
to husband
01
χρησιμοποιώ με φειδώ, οικονομώ
use cautiously and frugally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
husband
γ΄ ενικό πρόσωπο
husbands
ενεστώτα μετοχή
husbanding
απλός αόριστος
husbanded
παθητική μετοχή
husbanded
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
husbandry
husband



























