harmful
harm
ˈhɑrm
haarm
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "harmful"στα αγγλικά

01

βλαβερός, επιβλαβής

causing damage or negative effects to someone or something 
harmful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most harmful
συγκριτικός βαθμός
more harmful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, risk
Παραδείγματα
Smoking is harmful to your health. 

Το κάπνισμα είναι επιβλαβές για την υγεία σας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

harmfully
harmfulness
harmful
harm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store