Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
harmlessly
01
αβλαβώς, χωρίς κίνδυνο
in a manner that does not cause harm or danger
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The small wave crashed harmlessly against the shore.
Το μικρό κύμα έσπασε αβλαβώς στην ακτή.
Λεξικό Δέντρο
harmlessly
harmless
harm



























