Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
harmful
01
βλαβερός, επιβλαβής
causing damage or negative effects to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most harmful
συγκριτικός βαθμός
more harmful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Air pollution from vehicles and factories can be harmful to the environment.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση από οχήματα και εργοστάσια μπορεί να είναι επιβλαβής για το περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
harmfully
harmfulness
harmful
harm



























