Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hopeless
01
απελπισμένος, χωρίς ελπίδα
having no possibility or expectation of improvement or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hopeless
συγκριτικός βαθμός
more hopeless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite their best efforts, they found themselves in a hopeless financial situation due to mounting debts.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειές τους, βρέθηκαν σε μια απελπιστική οικονομική κατάσταση λόγω των συσσωρευμένων χρεών.
02
απελπισμένος, ανεπανόρθωτος
extremely bad or beyond repair, emphasizing severity
Παραδείγματα
The car 's engine was hopeless.
Ο κινητήρας του αυτοκινήτου ήταν απελπισμένος.
Παραδείγματα
The situation appeared hopeless, with no way out in sight.
Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική, χωρίς καμία διέξοδο σε όψη.
04
απελπισμένος, ανίκανος
unable to do something properly, often without the possibility of improvement
Παραδείγματα
The new player was hopeless on the field.
Ο νέος παίκτης ήταν απελπισμένος στο γήπεδο.
Λεξικό Δέντρο
hopelessly
hopelessness
hopeless
hope



























