Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hopscotch
01
κουτσό, παιχνίδι του κουτσού
a game for children, in which each player throws a stone, marker, etc. on a squared pattern that was drawn on the ground and hops on them to pick it up
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
We used to play hopscotch all afternoon when we were kids.
Παίζαμε κορνάκι όλο το απόγευμα όταν ήμασταν παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hopscotch
hop
scotch



























