Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hopeful
01
γεμάτος ελπίδα, αισιόδοξος
(of a person) having a positive attitude and believing that good things are likely to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hopeful
συγκριτικός βαθμός
more hopeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The young artist felt hopeful after receiving positive feedback on her latest work.
Ο νεαρός καλλιτέχνης αισθάνθηκε ελπιδοφόρος αφού έλαβε θετικά σχόλια για το τελευταίο του έργο.
02
αισιόδοξος, γεμάτος ελπίδα
having attributes or indicators that inspire confidence and optimism about future outcomes
Παραδείγματα
The hopeful forecast for the company's growth led to increased investor interest.
Η αισιοδοξία για την πρόβλεψη της ανάπτυξης της εταιρείας οδήγησε σε αυξημένο ενδιαφέρον των επενδυτών.
Hopeful
01
ελπιδοφόρος, φιλόδοξος
someone who aspires to be successful in something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hopefuls
Λεξικό Δέντρο
hopefully
hopefulness
unhopeful
hopeful
hope



























