Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hopeful
01
γεμάτος ελπίδα, αισιόδοξος
(of a person) having a positive attitude and believing that good things are likely to happen
Παραδείγματα
The hopeful politician delivered a speech brimming with optimism, inspiring the nation to work for a better future.
Ο ελπιδοφόρος πολιτικός έδωσε μια ομιλία γεμάτη αισιοδοξία, εμπνέοντας το έθνος να εργαστεί για ένα καλύτερο μέλλον.
02
αισιόδοξος, γεμάτος ελπίδα
having attributes or indicators that inspire confidence and optimism about future outcomes
Παραδείγματα
Her hopeful outlook on life drove her to pursue her dreams with determination.
Η αισιόδοξη προοπτική της για τη ζωή την ώθησε να κυνηγήσει τα όνειρά της με αποφασιστικότητα.
Hopeful
01
ελπιδοφόρος, φιλόδοξος
someone who aspires to be successful in something
Λεξικό Δέντρο
hopefully
hopefulness
unhopeful
hopeful
hope



























