Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimistic
01
αισιόδοξος, γεμάτος ελπίδα
having a hopeful and positive outlook on life, expecting good things to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most optimistic
συγκριτικός βαθμός
more optimistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite setbacks, she remained optimistic about her future career prospects.
Παρά τις αναποδιές, παρέμεινε αισιοδοξική για τις μελλοντικές της προοπτικές καριέρας.
02
αισιοδοξος, υπερβολικά αισιοδοξος
(of a forecast) higher than what is realistically expected
Παραδείγματα
The contractor's optimistic cost estimate ignored potential material shortages.
Η αισιοδοξική εκτίμηση κόστους του ανάδοχου αγνόησε τις πιθανές ελλείψεις υλικών.
Λεξικό Δέντρο
optimistic
optimist
optim



























