Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimistic
01
αισιόδοξος, γεμάτος ελπίδα
having a hopeful and positive outlook on life, expecting good things to happen
Παραδείγματα
Optimistic investors continued to pour money into the startup despite the risks.
Οι αισιοδοξοι επενδυτές συνέχισαν να χρηματοδοτούν την startup παρά τα ρίσκα.
02
αισιοδοξος, υπερβολικά αισιοδοξος
(of a forecast) higher than what is realistically expected
Παραδείγματα
The report 's optimistic assumptions about growth proved unrealistic.
Οι αισιοδοξες υποθέσεις της έκθεσης σχετικά με την ανάπτυξη αποδείχθηκαν μη ρεαλιστικές.
Λεξικό Δέντρο
optimistic
optimist
optim



























