Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optional
01
προαιρετικός, μη υποχρεωτικός
available or possible to choose but not required or forced
Παραδείγματα
The homework assignment is optional, but completing it will help reinforce the concepts learned in class.
Η εργασία για το σπίτι είναι προαιρετική, αλλά η ολοκλήρωσή της θα βοηθήσει να ενισχυθούν οι έννοιες που μαθαίνονται στην τάξη.
Optional
01
προαιρετικός, μη υποχρεωτικός
something that is not required or mandatory, especially in an academic setting
Παραδείγματα
In the program, students have the opportunity to enroll in a variety of seminars, each seminar being an optional.
Στο πρόγραμμα, οι φοιτητές έχουν την ευκαιρία να εγγραφούν σε μια ποικιλία σεμιναρίων, κάθε σεμινάριο είναι προαιρετικό.
Λεξικό Δέντρο
optionally
optional
option
opt



























