to griddle
gri
ˈgrɪ
gri
ddle
dəl
dēl
grindle

Ορισμός και σημασία του "griddle"στα αγγλικά

to griddle
01

ψήνω στη σχάρα, μαγειρεύω σε επίπεδη επιφάνεια

to cook food on a flat, heated surface, often without the use of additional oil or fat, until it is cooked to desired doneness 
to griddle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
griddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
griddles
ενεστώτα μετοχή
griddling
απλός αόριστος
griddled
παθητική μετοχή
griddled
Παραδείγματα
She griddled the pancakes until they were golden brown on both sides. 

Ψήθηκε τις τηγανίτες μέχρι να ροδίσουν και από τις δύο πλευρές.

01

τηγάνι, σχάρα

a flat heated plate on which one can cook food 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
griddles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store