Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to griddle
01
ψήνω στη σχάρα, μαγειρεύω σε επίπεδη επιφάνεια
to cook food on a flat, heated surface, often without the use of additional oil or fat, until it is cooked to desired doneness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
griddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
griddles
ενεστώτα μετοχή
griddling
απλός αόριστος
griddled
παθητική μετοχή
griddled
Παραδείγματα
The breakfast cook griddles eggs and bacon every morning for the hotel guests.
Ο μάγειρας του πρωινού ψήνει στη σχάρα αυγά και μπέικον κάθε πρωί για τους επισκέπτες του ξενοδοχείου.
Griddle
01
τηγάνι, σχάρα
a flat heated plate on which one can cook food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
griddles



























