ant
ant
ɑ:nt
aant
auntbrandt

Ορισμός και σημασία του "ant"στα αγγλικά

01

μυρμήγκι, εργάτρια μυρμήγκι

a small insect that lives in a colony 
ant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ants
Παραδείγματα
The industrious ant tirelessly carried bits of food back to its nest. 

Το εργατικό μυρμήγκι μετέφερε ακούραστα κομμάτια φαγητού πίσω στη φωλιά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store