Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fullest
συγκριτικός βαθμός
fuller
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The restaurant was full, so we had to wait for a table to become available.
Το εστιατόριο ήταν γεμάτο, έτσι έπρεπε να περιμένουμε να ελευθερωθεί ένα τραπέζι.
02
πλήρης, ολόκληρος
having all elements or aspects present, without any omissions
Παραδείγματα
He received a full refund for the defective product, as per the store's return policy.
Λάμβανε πλήρη επιστροφή χρημάτων για το ελαττωματικό προϊόν, σύμφωνα με την πολιτική επιστροφών του καταστήματος.
03
γεμάτος, χορτασμένος
having had enough food
Παραδείγματα
She felt full after finishing her lunch.
Ένιωσε χορτασμένη αφού τελείωσε το μεσημεριανό της.
04
γεμάτος, πλήρης
complete in extent or degree and in every particular
05
γεμάτος, ηχηρός
(of sound) having marked deepness and body
06
γεμάτος, πλήρης
having the usual or complete amount of something
Παραδείγματα
The gas tank is full, so we can drive for hours.
Η δεξαμενή βενζίνης είναι γεμάτη, οπότε μπορούμε να οδηγήσουμε για ώρες.
07
γεμάτος, πλήρης
being at a peak or culminating point
Full
01
πανσέληνος, πλήρης σελήνη
the time when the Moon is fully illuminated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fulls
full
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The team worked full to meet the deadline.
Η ομάδα δούλεψε πλήρως για να τηρήσει την προθεσμία.
to full
01
φουσκώνω, γεμίζω
increase in phase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
full
γ΄ ενικό πρόσωπο
fulls
ενεστώτα μετοχή
fulling
απλός αόριστος
fulled
παθητική μετοχή
fulled
02
πτυχώνω, μαζεύω
make (a garment) fuller by pleating or gathering
03
χτυπώ, δέρνω
beat for the purpose of cleaning and thickening
Λεξικό Δέντρο
fullness
fully
overfull
full



























