wide-cut
Pronunciation
/wˈaɪdkˈʌt/

Ορισμός και σημασία του "wide-cut"στα αγγλικά

01

ευρύ κομμένο, χαλαρό κομμένο

designed with generous amount of fabric, often creating a loose and flowing appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wide-cut
συγκριτικός βαθμός
more wide-cut
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fashion trend of the season included wide-cut jeans that provided a retro vibe.
Η μόδα της σεζόν περιλάμβανε τζιν φαρδύ κομμένα που προσέδιδαν μια ρετρό ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store