wide-cut
wide
waɪd
vaid
cut
kʌt
kat

Ορισμός και σημασία του "wide-cut"στα αγγλικά

01

ευρύ κομμένο, χαλαρό κομμένο

designed with generous amount of fabric, often creating a loose and flowing appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wide-cut
συγκριτικός βαθμός
more wide-cut
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a wide-cut dress that flowed gracefully as she walked. 

Φορούσε ένα φαρδύ φόρεμα που κυλούσε με χάρη καθώς περπατούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store