Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ferocious
01
άγριος, μ' οργή
extremely aggressive or intense in appearance or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ferocious
συγκριτικός βαθμός
more ferocious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician faced ferocious criticism from opponents during the debate.
Ο πολιτικός αντιμετώπισε άγρια κριτική από τους αντιπάλους κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
ferociously
ferociousness
ferocious



























