ferret
fe
ˈfɛ
fe
rret
rɪt
rit
parrotderateinheritdemerit

Ορισμός και σημασία του "ferret"στα αγγλικά

01

νυφίτσα, φερέτ

a slim furry animal with a long tail that is domesticated and is used for catching rabbits, rats, etc. 
ferret definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ferrets
02

φρετ της πεδιάδας, βιζόν με μαύρα πόδια

musteline mammal of prairie regions of United States; nearly extinct 
to ferret
01

ψάχνω, ανασκαλεύω

to try to find something in a confined space 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ferret
γ΄ ενικό πρόσωπο
ferrets
ενεστώτα μετοχή
ferreting
απλός αόριστος
ferreted
παθητική μετοχή
ferreted
Παραδείγματα
She ferreted through the old boxes in the attic, searching for family photographs. 

Αναζήτησε μέσα στις παλιές κούτες στη σοφίτα, ψάχνοντας για οικογενειακές φωτογραφίες.

02

κυνηγώ με νυφίτσες

hunt with ferrets 
03

καταδιώκω, παρενοχλώ

hound or harry relentlessly 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store