Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ferret
01
νυφίτσα, φερέτ
a slim furry animal with a long tail that is domesticated and is used for catching rabbits, rats, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ferrets
02
φρετ της πεδιάδας, βιζόν με μαύρα πόδια
musteline mammal of prairie regions of United States; nearly extinct
to ferret
01
ψάχνω, ανασκαλεύω
to try to find something in a confined space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ferret
γ΄ ενικό πρόσωπο
ferrets
ενεστώτα μετοχή
ferreting
απλός αόριστος
ferreted
παθητική μετοχή
ferreted
Παραδείγματα
He had to ferret out the missing report from a cluttered pile of documents.
Έπρεπε να βρει την αγνοούμενη αναφορά από μια άτακτη στοίβα εγγράφων.
02
κυνηγώ με νυφίτσες
hunt with ferrets
03
καταδιώκω, παρενοχλώ
hound or harry relentlessly



























