Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermented
01
ζυμωμένο
transformed by natural microorganisms, often resulting in the creation of acids, gases, or alcohol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fermented
συγκριτικός βαθμός
more fermented
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, chemistry, process
Παραδείγματα
The fermented grapes produced a rich and flavorful wine.
Τα ζυμωμένα σταφύλια παρήγαγαν ένα πλούσιο και γευστικό κρασί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unfermented
fermented
ferment



























