feral
fe
ˈfɛə
feē
ral
rəl
rēl
federalfetalferialfecal

Ορισμός και σημασία του "feral"στα αγγλικά

01

άγριος, αποξεσωμένος

(of animals) having returned to a wild state 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most feral
συγκριτικός βαθμός
more feral
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
animals, behavior, state
Παραδείγματα
The feral cat hissed and darted into the alley. 

Η άγρια γάτα σφύριξε και έσπευσε στο σοκάκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store