Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fateful
01
μοιραίος, πεπρωμένος
having significant consequences or outcomes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fateful
συγκριτικός βαθμός
more fateful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fateful decision to invest in the stock market led to unexpected financial gains.
Η μοιραία απόφαση να επενδύσεις στο χρηματιστήριο οδήγησε σε απροσδόκητα οικονομικά κέρδη.
02
μοιραίος, καταστροφικός
having disastrous or ruinous consequences
Παραδείγματα
The fateful decision led to the company's collapse.
Η μοιραία απόφαση οδήγησε στην κατάρρευση της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
fatefully
fateful
fate



























