Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fateful
01
μοιραίος, πεπρωμένος
having significant consequences or outcomes
Παραδείγματα
The fateful discovery of the ancient artifact unlocked secrets of the past.
Η μοιραία ανακάλυψη του αρχαίου αντικειμένου ξεκλείδωσε μυστικά του παρελθόντος.
02
μοιραίος, καταστροφικός
having disastrous or ruinous consequences
Παραδείγματα
The fateful storm destroyed the village, leaving nothing but ruins.
Η μοιραία καταιγίδα κατέστρεψε το χωριό, αφήνοντας μόνο ερείπια.
Λεξικό Δέντρο
fatefully
fateful
fate



























