fateful
fate
ˈfeɪt
feit
ful
fəl
fēl
hatefulplatefulcratefulgrateful

Ορισμός και σημασία του "fateful"στα αγγλικά

01

μοιραίος, πεπρωμένος

having significant consequences or outcomes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fateful
συγκριτικός βαθμός
more fateful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fateful decision to invest in the stock market led to unexpected financial gains. 

Η μοιραία απόφαση να επενδύσεις στο χρηματιστήριο οδήγησε σε απροσδόκητα οικονομικά κέρδη.

02

μοιραίος, καταστροφικός

having disastrous or ruinous consequences 
Παραδείγματα
The fateful decision led to the company's collapse. 

Η μοιραία απόφαση οδήγησε στην κατάρρευση της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store