determining
Pronunciation
/dɪˈtɝmənɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "determining"στα αγγλικά

determining
01

καθοριστικός, αποφασιστικός

establishing or deciding the outcome or result of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The determining nature of the climate affected the crops' growth.
Η καθοριστική φύση του κλίματος επηρέασε την ανάπτυξη των καλλιεργειών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store