Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
determining
01
καθοριστικός, αποφασιστικός
establishing or deciding the outcome or result of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The determining factor in the election was voter turnout.
Ο καθοριστικός παράγοντας στις εκλογές ήταν η προσέλευση των ψηφοφόρων.
Λεξικό Δέντρο
determining
determine



























