Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
determining
01
καθοριστικός, αποφασιστικός
establishing or deciding the outcome or result of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The determining nature of the climate affected the crops' growth.
Η καθοριστική φύση του κλίματος επηρέασε την ανάπτυξη των καλλιεργειών.
Λεξικό Δέντρο
determining
determine



























