Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deciding
01
λήψη αποφάσεων
the cognitive process of reaching a decision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decidings
deciding
01
καθοριστικός, αποφασιστικός
having the authority or influence to make a final decision or determination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deciding
συγκριτικός βαθμός
more deciding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deciding point in the match was when she scored the winning goal.
Το καθοριστικό σημείο στον αγώνα ήταν όταν σκόραρε το νικητήριο γκολ.



























