decided
de
di
ci
ˈsaɪ
sai
ded
dɪd
did
dividedsidedmisguidedundivided

Ορισμός και σημασία του "decided"στα αγγλικά

01

αποφασιστικός, σημαντικός

recognizable; marked 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decided
συγκριτικός βαθμός
more decided
διαβαθμίσιμο
02

αποφασισμένος

having clear and definite opinions 
Dialectbritish flagBritish

Λεξικό Δέντρο

decidedly
undecided
decided
decide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store