decided
de
ˌdɪ
ντι
ci
ˈsaɪ
σαι
ded
dɪd
ντιντ
/dɪsˈa‍ɪdɪd/

Ορισμός και σημασία του "decided"στα αγγλικά

01

αποφασιστικός, σημαντικός

recognizable; marked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decided
συγκριτικός βαθμός
more decided
διαβαθμίσιμο
02

αποφασισμένος

having clear and definite opinions
Dialectbritish flagBritish

Λεξικό Δέντρο

decidedly
undecided
decided
decide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store