Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decimate
01
καταστρέφω, εξοντώνω
to kill large groups of people
Transitive: to decimate a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
decimates
ενεστώτα μετοχή
decimating
απλός αόριστος
decimated
παθητική μετοχή
decimated
Παραδείγματα
The deadly virus threatened to decimate the population if not controlled.
Ο θανατηφόρος ιός απειλούσε να καταστρέψει τον πληθυσμό εάν δεν ελεγχόταν.
02
αποδεκατίζω, εκτελώ έναν στρατιώτη ανά δέκα
(in a Roman legion) to kill one in every ten soldier
Transitive: to decimate a group of soldiers
Παραδείγματα
The general decided to decimate the rebellious soldiers as a harsh punishment.
Ο στρατηγός αποφάσισε να δεκατίσει τους επαναστάτες στρατιώτες ως σκληρή τιμωρία.
Λεξικό Δέντρο
decimation
decimate
decimal



























