deciding
de
ˌdɪ
ντι
ci
ˈsaɪ
σαι
ding
dɪng
ντινγκ
/dɪsˈa‍ɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "deciding"στα αγγλικά

01

λήψη αποφάσεων

the cognitive process of reaching a decision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

καθοριστικός, αποφασιστικός

having the authority or influence to make a final decision or determination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deciding
συγκριτικός βαθμός
more deciding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deciding moment of the game came in the final seconds.
Η καθοριστική στιγμή του παιχνιδιού ήρθε τα τελευταία δευτερόλεπτα.

Λεξικό Δέντρο

deciding
decide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store