deciding
de
di
ci
ˈsaɪ
sai
ding
dɪng
ding
decoding

Ορισμός και σημασία του "deciding"στα αγγλικά

01

λήψη αποφάσεων

the cognitive process of reaching a decision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
decidings
01

καθοριστικός, αποφασιστικός

having the authority or influence to make a final decision or determination 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deciding
συγκριτικός βαθμός
more deciding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
decision, authority, influence
Παραδείγματα
The deciding point in the match was when she scored the winning goal. 

Το καθοριστικό σημείο στον αγώνα ήταν όταν σκόραρε το νικητήριο γκολ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deciding
decide
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store