fathead
fat
ˈfæt
φαιτ
head
hɛd
χεντ
/fˈæthɛd/

Ορισμός και σημασία του "fathead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish or dim-witted person
fathead definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatheads
Παραδείγματα
Do n't be a fathead – check the weather before planning the picnic.
Μην είσαι ηλίθιος – έλεγξε τον καιρό πριν σχεδιάσεις το πικνίκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store