Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facetiously
01
αστειευόμενος, ειρωνικά
in a way that treats serious issues or subjects with deliberately inappropriate humor
Παραδείγματα
He facetiously proposed replacing all meetings with nap time.
Πρότεινε πειραγμένα να αντικατασταθούν όλες οι συναντήσεις με ώρα υπνάκου.
02
αστειευόμενος, με χιούμορ
in a joking or playful manner not meant to be taken seriously
Παραδείγματα
She facetiously warned broccoli would make you a superhero.
Προειδοποίησε πειραγμένα ότι το μπρόκολο θα σε έκανε υπερήρωα.
Λεξικό Δέντρο
facetiously
facetious



























