Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flippantly
01
απερίσκεπτα, με αδιαφορία
in a way that shows a lack of seriousness or respect
Παραδείγματα
He flippantly remarked, " What's the worst that could happen? "
Απερίσκεπτα σχολίασε, "Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;"
Λεξικό Δέντρο
flippantly
flippant
flip



























