flip-flop
flip
flɪp
φλιπ
flop
flɑp
φλαπ
/flˈɪpflˈɒp/

Ορισμός και σημασία του "flip-flop"στα αγγλικά

01

σαγιονάρες, σλαπς

a backless sandal, usually made of rubber or plastic, with a V-shaped strap between the big toe and the one next to it
flip-flop definition and meaning
Παραδείγματα
He accidentally stepped in a puddle, and his flip-flop came off, splashing water everywhere.
Πατήθηκε κατά λάθος σε μια λακκούβα, και η σαγιονάρα του βγήκε, πετώντας νερό παντού.
02

πίσω σαλτο, όπισθεν σαλτο

a backward somersault
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flip-flops
03

flip-flop, διπλόσταθμο κύκλωμα

an electronic circuit that can assume either of two stable states
04

αναστροφή, αλλαγή απόφασης

a decision to reverse an earlier decision
05

αμφιφυλόφιλο άτομο, αμφιφυλόφιλος

a bisexual person
Slang
Παραδείγματα
Everyone teased the flip-flop for flirting with everyone.
Όλοι πείραξαν τον αμφιφυλόφιλο γιατί φλερτάρισε με όλους.
06

πολύπλευρος, διακόπτης

a person who alternates between top and bottom roles during sex
Slang
Παραδείγματα
He admitted he 's a flip-flop in private.
Παραδέχτηκε ότι είναι ένας flip-flop ιδιωτικά.
to flip-flop
01

συνεχώς αλλάζω γνώμη, υποχωρώ από την απόφασή μου

to change one's opinion, decision, or position back and forth repeatedly or suddenly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flip-flop
γ΄ ενικό πρόσωπο
flip-flops
ενεστώτα μετοχή
flip-flopping
απλός αόριστος
flip-flopped
παθητική μετοχή
flip-flopped
Παραδείγματα
The coach flip-flopped on the game plan several times during halftime.
Ο προπονητής άλλαξε γνώμη αρκετές φορές για το σχέδιο του παιχνιδιού κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store