Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flip-flop
01
σαγιονάρες, σλαπς
a backless sandal, usually made of rubber or plastic, with a V-shaped strap between the big toe and the one next to it
Παραδείγματα
She wore a pair of colorful flip-flops to the beach, enjoying the warm sand between her toes.
Φόρεσε ένα ζευγάρι πολύχρωμες σαγιονάρες στην παραλία, απολαμβάνοντας τη ζεστή άμμο ανάμεσα στα δάχτυλά της.
02
πίσω σαλτο, όπισθεν σαλτο
a backward somersault
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flip-flops
03
flip-flop, διπλόσταθμο κύκλωμα
an electronic circuit that can assume either of two stable states
04
αναστροφή, αλλαγή απόφασης
a decision to reverse an earlier decision
05
αμφιφυλόφιλο άτομο, αμφιφυλόφιλος
a bisexual person
αργκό
Παραδείγματα
He joked about being a flip-flop while describing his dating life.
Αστειεύτηκε ότι είναι αμφιφυλόφιλο άτομο ενώ περιέγραφε την ερωτική του ζωή.
06
πολύπλευρος, διακόπτης
a person who alternates between top and bottom roles during sex
αργκό
Παραδείγματα
He's a flip-flop, sometimes topping, sometimes bottoming.
Είναι ένα flip-flop, μερικές φορές πάνω, μερικές φορές κάτω.
to flip-flop
01
συνεχώς αλλάζω γνώμη, υποχωρώ από την απόφασή μου
to change one's opinion, decision, or position back and forth repeatedly or suddenly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flip-flop
γ΄ ενικό πρόσωπο
flip-flops
ενεστώτα μετοχή
flip-flopping
απλός αόριστος
flip-flopped
παθητική μετοχή
flip-flopped
Παραδείγματα
The politician tends to flip-flop on important issues depending on public opinion.
Ο πολιτικός τείνει να αλλάζει γνώμη σε σημαντικά ζητήματα ανάλογα με τη δημόσια γνώμη.



























