Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flippantly
01
απερίσκεπτα, με αδιαφορία
in a way that shows a lack of seriousness or respect
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She flippantly dismissed the risks involved.
Απορρίφθηκε απερίσκεπτα τους εμπλεκόμενους κινδύνους.
Λεξικό Δέντρο
flippantly
flippant
flip



























