faced
faced
feɪst
feist
facetedfamedfadedfated

Ορισμός και σημασία του "faced"στα αγγλικά

01

μπαφιασμένος, μεθυσμένος

extremely intoxicated, usually from alcohol or drugs 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faced
συγκριτικός βαθμός
more faced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He got totally faced at the party last night. 

Ήταν τελείως μπουκωμένος στο πάρτι χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store