Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explicit
01
σαφής, ξεκάθαρος
expressed very clearly, leaving no doubt or confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most explicit
συγκριτικός βαθμός
more explicit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructions were explicit, leaving no room for misunderstanding.
Οι οδηγίες ήταν σαφείς, χωρίς καμία αμφιβολία.
1.1
σαφής, κατηγορηματικός
(of a person) having a clear and direct manner of expression
Παραδείγματα
She was explicit about her expectations for the project.
Ήταν σαφής σχετικά με τις προσδοκίες της για το έργο.
Παραδείγματα
The movie received an adult rating due to its explicit scenes.
Η ταινία έλαβε βαθμολογία για ενήλικες λόγω των σαφών σκηνών της.
Λεξικό Δέντρο
explicitly
explicitness
inexplicit
explicit



























