Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exploit
01
εκμεταλλεύομαι, καταχρώμαι
to use someone or something in an unfair way, which is only advantageous to oneself
Transitive: to exploit sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exploit
γ΄ ενικό πρόσωπο
exploits
ενεστώτα μετοχή
exploiting
απλός αόριστος
exploited
παθητική μετοχή
exploited
Παραδείγματα
Some landlords exploit tenants by charging exorbitant rents for substandard living conditions.
Μερικοί ιδιοκτήτες εκμεταλλεύονται τους ενοικιαστές χρεώνοντας υπερβολικές ενοικιάσεις για υποτυπώδεις συνθήκες διαβίωσης.
02
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
to utilize or take full advantage of something, often resources, opportunities, or skills
Transitive: to exploit a resource
Παραδείγματα
Investors strategically exploit market trends to maximize returns on their investments.
Οι επενδυτές εκμεταλλεύονται στρατηγικά τις τάσεις της αγοράς για να μεγιστοποιήσουν τις αποδόσεις των επενδύσεών τους.
03
εκμεταλλεύομαι, καταχρώμαι
to take advantage of someone by making them work a lot and paying them less than is deserved
Transitive: to exploit a worker
Παραδείγματα
Certain industries have been known to exploit migrant workers, subjecting them to harsh conditions and paying wages below the legal minimum.
Ορισμένοι κλάδοι είναι γνωστοί για την εκμετάλλευση των μεταναστών εργαζομένων, υποβάλλοντάς τους σε σκληρές συνθήκες και πληρώνοντάς τους μισθούς κάτω από το νόμιμο ελάχιστο.
Exploit
01
κατόρθωμα, ηρωική πράξη
a daring achievement, often requiring skill, courage, or effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exploits
Παραδείγματα
Winning the chess championship was a remarkable exploit for the young prodigy.
Η νίκη στο πρωτάθλημα σκακιού ήταν μια αξιοσημείωτη επιτυχία για το νεαρό θαύμα.
Λεξικό Δέντρο
exploitation
exploitative
exploitatory
exploit



























