Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exploit
01
εκμεταλλεύομαι, καταχρώμαι
to use someone or something in an unfair way, which is only advantageous to oneself
Transitive: to exploit sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exploit
γ΄ ενικό πρόσωπο
exploits
ενεστώτα μετοχή
exploiting
απλός αόριστος
exploited
παθητική μετοχή
exploited
Παραδείγματα
Some companies exploit natural resources without regard for environmental conservation.
Μερικές εταιρείες εκμεταλλεύονται τους φυσικούς πόρους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την περιβαλλοντική διατήρηση.
02
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
to utilize or take full advantage of something, often resources, opportunities, or skills
Transitive: to exploit a resource
Παραδείγματα
The innovative chef knew how to exploit the diverse flavors of exotic spices to create unique and delightful dishes.
Ο καινοτόμος σεφ ήξερε πώς να εκμεταλλευτεί τις ποικίλες γεύσεις των εξωτικών μπαχαρικών για να δημιουργήσει μοναδικά και νόστιμα πιάτα.
03
εκμεταλλεύομαι, καταχρώμαι
to take advantage of someone by making them work a lot and paying them less than is deserved
Transitive: to exploit a worker
Παραδείγματα
Employers may exploit their workers by paying low wages and providing unsafe working conditions.
Οι εργοδότες μπορεί να εκμεταλλευτούν τους εργαζόμενους τους πληρώνοντας χαμηλούς μισθούς και παρέχοντας επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.
Exploit
01
κατόρθωμα, ηρωική πράξη
a daring achievement, often requiring skill, courage, or effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exploits
Παραδείγματα
Climbing Mount Everest was his greatest exploit.
Η ανάβαση στο όρος Έβερεστ ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμά του.
Λεξικό Δέντρο
exploitation
exploitative
exploitatory
exploit



























