explicable
exp
ˈɪksp
ικσπ
li
λι
ca
κα
ble
bəl
μπαλ
extricable

Ορισμός και σημασία του "explicable"στα αγγλικά

explicable
01

εξηγήσιμος, κατανοητός

able to be explained 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most explicable
συγκριτικός βαθμός
more explicable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
explanation, reasoning, causality
Παραδείγματα
The sudden change in temperature was not explicable until further analysis revealed the underlying cause. 

Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας δεν ήταν εξηγήσιμη μέχρι που η περαιτέρω ανάλυση αποκάλυψε την υποκείμενη αιτία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inexplicable
explicable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store