definable
de
di
fi
ˈfaɪ
fai
na
ble
bəl
bēl
combinableassignablefinableunassignable

Ορισμός και σημασία του "definable"στα αγγλικά

01

ορίσιμος, εξηγήσιμος

having a meaning that can be clearly explained 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most definable
συγκριτικός βαθμός
more definable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
meaning, clarity, explanation
Παραδείγματα
His goals are easily definable and straightforward. 

Οι στόχοι του είναι εύκολα ορίσιμοι και απλοί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indefinable
undefinable
definable
define
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store