Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpretable
01
ερμηνεύσιμος, κατανοητός
able to be understood or explained in a clear way
Παραδείγματα
The evidence provided was interpretable and supported their claims.
Τα στοιχεία που παρέχονταν ήταν ερμηνεύσιμα και υποστήριζαν τους ισχυρισμούς τους.
Λεξικό Δέντρο
interpretable
interpret



























