deficient
de
di
fi
ˈfɪ
fi
cient
ʃənt
shēnt
efficientofficiantomniscientproficient

Ορισμός και σημασία του "deficient"στα αγγλικά

01

ελλιπής, ανεπαρκής

lacking in terms of quantity or quality 
deficient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deficient
συγκριτικός βαθμός
more deficient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, quality, evaluation
Παραδείγματα
The deficient supply of food left many people hungry. 

Η ελλιπής προσφορά τροφίμων άφησε πολλούς ανθρώπους πεινασμένους.

02

ελλιπής, ανεπαρκής

falling short of some prescribed norm 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deficient
defici
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store