inadequate
Pronunciation
/ɪnˈædəkwɪt/

Ορισμός και σημασία του "inadequate"στα αγγλικά

inadequate
01

ανεπαρκής, ανεπαρκής

not enough to satisfy a need or reach a goal
inadequate definition and meaning
Παραδείγματα
The room had inadequate seating for all attendees.
Το δωμάτιο είχε ανεπαρκή καθίσματα για όλους τους παρευρισκόμενους.
02

ανεπαρκής, ανεπαρκής

not meeting the expected level of quality, skill, or ability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inadequate
συγκριτικός βαθμός
more inadequate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The software 's inadequate design caused frequent crashes.
Ο ανεπαρκής σχεδιασμός του λογισμικού προκάλεσε συχνές καταρρεύσεις.
03

ανίκανος, ανεπαρκής

lacking the ability to manage a situation effectively
Παραδείγματα
Some candidates are inadequate for high-pressure jobs.
Μερικοί υποψήφιοι είναι ανεπαρκείς για δουλειές υψηλής πίεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store