to inactivate
Pronunciation
/ˌɪˈnæktɪˌveɪt/

Ορισμός και σημασία του "inactivate"στα αγγλικά

to inactivate
01

απενεργοποιώ, καθιστώ ανενεργό

make inactive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inactivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inactivates
ενεστώτα μετοχή
inactivating
απλός αόριστος
inactivated
παθητική μετοχή
inactivated
02

αποστρατεύω, αφαιρώ από την ενεργό στρατιωτική θητεία

release from military service or remove from the active list of military service
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store