Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inadequate
01
ανεπαρκής, ανεπαρκής
not enough to satisfy a need or reach a goal
Παραδείγματα
The room had inadequate seating for all attendees.
Το δωμάτιο είχε ανεπαρκή καθίσματα για όλους τους παρευρισκόμενους.
02
ανεπαρκής, ανεπαρκής
not meeting the expected level of quality, skill, or ability
Παραδείγματα
The software 's inadequate design caused frequent crashes.
Ο ανεπαρκής σχεδιασμός του λογισμικού προκάλεσε συχνές καταρρεύσεις.
03
ανίκανος, ανεπαρκής
lacking the ability to manage a situation effectively
Παραδείγματα
Some candidates are inadequate for high-pressure jobs.
Μερικοί υποψήφιοι είναι ανεπαρκείς για δουλειές υψηλής πίεσης.
Λεξικό Δέντρο
inadequate
adequate
adequ



























