inadequate
in
ɪn
in
a
ˈæ
ā
deq
dɪk
dik
uate
wət
vēt

Ορισμός και σημασία του "inadequate"στα αγγλικά

inadequate
01

ανεπαρκής, ανεπαρκής

not enough to satisfy a need or reach a goal 
inadequate definition and meaning
Παραδείγματα
The funding provided was inadequate for the project. 

Η χρηματοδότηση που παρέχεται ήταν ανεπαρκής για το έργο.

02

ανεπαρκής, ανεπαρκής

not meeting the expected level of quality, skill, or ability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inadequate
συγκριτικός βαθμός
more inadequate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The report was inadequate, missing key data. 

Η αναφορά ήταν ανεπαρκής, έλειπαν βασικά δεδομένα.

03

ανίκανος, ανεπαρκής

lacking the ability to manage a situation effectively 
Παραδείγματα
She felt inadequate when asked to lead the meeting. 

Ένιωσε ανεπαρκής όταν της ζητήθηκε να ηγηθεί της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store