Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deficient
01
ελλιπής, ανεπαρκής
lacking in terms of quantity or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deficient
συγκριτικός βαθμός
more deficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The deficient equipment hindered the team's performance on the field.
Ο ελλιπής εξοπλισμός εμπόδισε την απόδοση της ομάδας στο γήπεδο.
02
ελλιπής, ανεπαρκής
falling short of some prescribed norm
Λεξικό Δέντρο
deficient
defici



























