explicable
exp
ˈɛksp
εκσπ
li
λι
ca
κα
ble
bəl
μπαλ
/ɛksplˈɪkəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "explicable"στα αγγλικά

explicable
01

εξηγήσιμος, κατανοητός

able to be explained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most explicable
συγκριτικός βαθμός
more explicable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The problem seemed complicated but was ultimately explicable.
Το πρόβλημα φαινόταν περίπλοκο αλλά τελικά ήταν εξηγήσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store