Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclusively
01
αποκλειστικά
in a manner that is only available to a particular person, group, or thing
Παραδείγματα
The event is exclusively for invited guests; no public admission is allowed.
Η εκδήλωση είναι αποκλειστικά για προσκεκλημένους επισκέπτες· δεν επιτρέπεται η δημόσια είσοδος.
Λεξικό Δέντρο
exclusively
exclusive
exclu



























